αλεκτρυόνιον


αλεκτρυόνιον
ἀλεκτρυόνιον, το (Α)
[ἀλεκτρυών]
κοκοράκι, κοτόπουλο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φάσσιον — το, ΜΑ, και αττ. τ. φάττιον Α [φάσσα / φάττα] 1. υποκορ. τού φάσσα («ἀλεκτρυόνιον, φάττιον, περδίκιον», Αθαν.) 2. κολακευτικό όνομα («νηττάριον ἂν καὶ φάττιον ὑπεκορίζεται», Αριστοφ.) …   Dictionary of Greek